Οι χειμωνιάτικες θάλασσες αποδημούν. Βγαίνουν στη στεριά. Θάλασσες μπλε, πράσινες, αισθαντικές. Θάλασσες σκούρες, μάγισσες.
Μια από αυτές προσπερνά κάθε μέρα ο Αλέκος. Της ρίχνει κλεφτές ματιές στην επιστροφή του από τη δουλειά. Τη ζηλεύει έτσι ανέμελη που είναι και την περιφρονεί τις περισσότερες φορές -συνήθως τις ημέρες που τελματώνει στο γραφείο. Είναι τότε, που προτιμά να είχε γεννηθεί πίθηκος, ζουμπούλι, μουριά, γάτα. Πάντως όχι Αλέκος, όχι τώρα, ούτε κι έπειτα. Ίσως χίλια χρόνια πριν…
Όταν είναι μακριά της βράζει· θέλει να τη νιώθει, να είναι κοντά της. Δεν της εξομολογήθηκε ποτέ το πάθος του για εκείνη. Αμέτρητες φορές έκατσε δίπλα της, μπήκε μέσα της. Δεν της ψιθύρισε ποτέ γλυκόλογα, δεν τη χάιδεψε, δεν την περιποιήθηκε. Ας της έλεγε μια φορά: «Να’ ξερες πόσο όμορφη είσαι σήμερα… πόσο ανάγκη σ’ έχω…». Όχι να την επαινεί σε άλλους, κρυφά από εκείνη.
Τη ζήλευε, τον πάθιαζε: είχε αυτήν την απύθμενη φουρτούνα μέσα του. Μα την ήθελε και σαν τρελός, μαγεμένος. Μόνο δική του να γινόταν: άρρωστα, κτητικά, την πολιορκούσε, την κακοποιούσε. Κι η καρδιά του σφιγγόταν, μισούσε την αγάπη του.
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό της πήγε δώρο ένα πετράδι. Να την κάνει δική του, για πάντα. Έπεσε μέσα της και δεν ξαναβγήκε.
Αφήστε απάντηση στον/στην Σταυρος Ακύρωση απάντησης