Ήμουν τρομαγμένος, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι στιγμές μαγκωμένης σιωπής όμως ήταν αυτές που με παρέλυαν εντελώς. Ένιωθα πως πρέπει να σηκώσω στις πλάτες μου όλη την ησυχία του κόσμου, να τη μεταφέρω στο άλλο δωμάτιο και να την κλειδώσω εκεί. Δεν καταλάβαινα τις παύσεις μεταξύ μας: σε μια συνάντηση, μια σχέση, μια κουβέντα· τότε που χαμήλωναν τα μάτια να μη σμίξουν με των άλλων. Στιγμές στεγνές, ατελείωτες, που διόγκωναν την απόσταση και πετιόμουν στο κενό.
Αυτές οι μακρόσυρτες παύσεις –συνοδευόμενες από αμηχανία σαν πρωινή ομίχλη‒ μου επιβεβαίωναν πόσο απόμακροι είμαστε ο ένας από τον άλλον. Κι αυτό με φόβιζε περισσότερο, επειδή ένιωθα μόνος μέσα στο κεφάλι μου, μόνος σ’ ολόκληρο τον γαλαξία. Δεν έμοιαζε με μοναξιά ή μοναχικότητα, ούτε κι επιλογή. Αντιθέτως, επιλογή όλων ήταν να είμαστε μαζί, εκεί ακριβώς που υπήρχαμε. Το δίχως άλλο για μία στιγμή (ή τάχα μία χιλιετία;) ήσυχοι, αμίλητοι, βουβοί, κλειδαμπαρωμένοι ο καθένας στο καβούκι του.
Το δικό μου όμως με στενεύει, με στεναχωρεί. Νιώθω άβολα, πνίγομαι, με καταπλακώνει. Το σηκώνω με μαεστρία τις φορές που είμαι μόνος, μα όταν βρίσκεται μαζί με άλλα, ονειρεύομαι κουβέντες με όρεξη και τη βαθιά αλήθεια μας χωρίς περιστροφές. Να συζητώ καινούριες ιδέες και τρελές, σχέδια του μέλλοντος κι εξομολογήσεις. Όχι πια κρυψώνες, ψέματα και ρόδες για το καύκαλο που σέρνω. Να τ’ απαρνηθώ εντελώς αν χρειαστεί και να φύγω γυμνός γι’ αλλού. Να περπατώ μόνος στα δάση, στα σκοτάδια, να μη φοβάμαι τίποτε από την ησυχία του κόσμου ετούτου. Σιωπή να υπάρξει όταν παύσω κι εγώ. Διαφορετικά, το βάρος της μου είναι αφόρητο. Περισσότερο κι από το καύκαλο που κουβαλώ. «Με τρομάζει, παραπαίω και γκρεμίζομαι ανάποδα, ΑΚΟΥΣ;;».
Καλή Χρονιά!!!
Αφήστε απάντηση στον/στην Aggeliki Xristopoulou Ακύρωση απάντησης