Η θεά Αλήθεια φόρεσε το κλαρωτό φουστάνι της, έπιασε έναν επιβλητικό κότσο τα μαλλιά, έριξε μια βαθιά ματιά στην αντανάκλασή της στο τζάμι της εξώπορτας, και με μια παιδική υπόκλιση (πιάνοντας από τη μία άκρη το φόρεμά της) ξεκίνησε. Έπρεπε να βρεθεί με τη θεά Ψεύτρα. Η συνάντηση είχε οριστεί στο δάσος. Δεν θ’ αργούσε να φτάσει. Ή έτσι τέλος πάντων νόμιζε… Αθήνα – δάσος πόσος χρόνος δα;
Από στόμα σε στόμα, η Ψεύτρα ταξίδευε με ευκολία και αποτελεσματικά. Είχε βάλει τα πιο εντυπωσιακά παπούτσια της, τόνισε τη χοντροκομμένη μέση της με μια σφιχτή ζώνη, φόρεσε τις βλεφαρίδες και το κοκκινάδι της, άφησε λυτά τα ψωριάρικα μαλλιά της και τα σκέπασε μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Καθότι πιο κοινωνική, μετακινούνταν με άνεση και πάντα φιλοξενούμενη. Τριγυρνούσε αμέριμνη, σφυρίζοντας και κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στους νέους ανθρώπους της. Έτρωγε στα οικογενειακά τραπέζια, φώλιαζε στα ζεστά κρεβάτια τους. Την κερνούσαν δρομολόγια, φιλοφρονήσεις, ακόμη και υποσχέσεις. Την πρόσεχαν και την φρόντιζαν σαν μέλος της οικογένειας. Κάποιοι δε, ούτε που να φανταστούν πως θα την αποχωρίζονταν. (Αν μπορούσαν, θα της έβαζαν λουρί να την κανακεύουν σαν κατοικίδιο). Μα εκείνη έπρεπε να πάει παντού. Είχε και το ραντεβού…
Η Αλήθεια από την άλλη, χτυπούσε τις πόρτες και κανείς δεν άνοιγε. Κοιτούσαν από το ματάκι της πόρτας και μόλις την αντίκριζαν, κράταγαν την αναπνοή και τα μάτια τους ‒από τον πόνο‒ μην τους πάρει χαμπάρι. Περιπλανιόταν στους παράδρομους μόνη κι έρημη. Λερωνόταν τ’ όμορφο φουστάνι της, σκίζονταν τα παπούτσια της. Ελάχιστοι αντάλλασσαν κουβέντες μαζί της, σπάνιοι οι φίλοι. Οι ηλιαχτίδες μονάχα την ακολουθούσαν, ταλαντεύονταν και της έδειχναν τον δρόμο. Μόνη, σκεπτική, ολοστρόγγυλη κι ανυποχώρητη, προχωρούσε και καλημέριζε. Την υποδέχονταν με καχυποψία, την παραμέριζαν. Κάποιοι νεότεροι αρνούνταν να την κοιτάξουν στα μάτια. Μα εκείνη συνέχιζε, επέμενε. Έπρεπε να φτάσει στη συνάντηση…
Δεν διάλεξε το ίδιο μονοπάτι με την Ψεύτρα για το δάσος. Εκείνη ταξίδευε σε μια νοητή ευθεία, δυσπρόσιτη. Η Ψεύτρα αντιθέτως έκανε κύκλους. Η άμοιρη θεά Αλήθεια, από τη φύση της αγνή, είχε την εντύπωση πως όλο και κάποιος θα την εμπιστεύονταν να την εξυπηρετήσει και έτσι δεν θ’ αργούσε στο ραντεβού. Γελάστηκε. Η Ψεύτρα κρυμμένη στο τσεπάκι, κάλπαζε από τη μια άκρη στην άλλη μέσα από καλώδια, αυτιά, γράμματα, ελπίδες, λευκές ανοησίες. Ενώ εκείνη, πάσχιζε ακόμη να βγει από τις κατοικημένες περιοχές, να πάρει τα βουνά. Ξυπόλητη πια.
Κάποια νύχτα αφέγγαρη –και γι’ αυτό σκοτεινή– έφτασε η Ψεύτρα στο δάσος. Έδειχνε έξω από τα νερά της, ίδρωνε. Ήδη από το τελευταίο χωριό και πέρα, σαν τυφλή προχωρούσε στα χαμένα. Δεν είχε ξεμακρύνει ποτέ τόσο πολύ από ανθρώπους. Στη φύση δεν είχε πατήσει ξανά το πόδι της, δε γνώριζε κανέναν εδώ. Κοιτούσε αριστερά, κοιτούσε δεξιά, πουθενά η Αλήθεια. Άκουγε τα γάργαρα νερά και τις κουκουβάγιες και φοβόταν, έτρεμε τη μοναξιά της, ετοιμαζόταν να φύγει. Ώσπου, μέσα από το κοντινό πλατάνι πετάχτηκε ένας λαγός, έτσι μαγικά. Στρουμπουλός και στιλπνός, σαν καινούριος. Μασουλούσε, κατάπινε καχύποπτα, και κάποια στιγμή της είπε: «Ακόμα κι αυτόν;». Η Ψεύτρα χλώμιασε, κατάλαβε τον λόγο της συνάντησης και απάντησε «Εκείνος με φλερτάρει…». Εν τω μεταξύ έφτανε αγκομαχώντας η θεά Αλήθεια, τους άκουσε και φώναξε: «Είσαι μικρή και άπειρη για να διεκδικείς τον Χρόνο».
Σχολιάστε