Την κρυφοκοιτούσε να ξεφλουδίζει ένα σύκο επιστρέφοντας από το καθιερωμένο απογευματινό μπάνιο της. Κάθε τέτοια ώρα για δεκαπέντε ημέρες αυτό τον σήκωνε από τα δροσερά σεντόνια του μεσημεριανού ύπνου του. Ήξερε πως θα περάσει κάτω από το μπαλκόνι του. Έρχονταν και οι δυο κάθε καλοκαίρι εδώ· άραγε και στα όνειρά της;
Γλίστρησε το βλέμμα του στο πορτοκαλί χαλί πάνω στη θάλασσα: βασίλευε ο ήλιος. Έμοιαζε να φωτίζει περισσότερο τη γη από κάτω. Ονειροπόλησε την ανατολή, πως δεν τελείωνε η ημέρα. Ζήλεψε τα πεύκα που στοιχίζονταν γύρω της. Ψηλά, κορδωμένα, σίγουρα, της ψιθύριζαν. Το πέλος των πευκοβελόνων ανέδιδε στην πατημασιά της μυρωδιά ζεστού ξερού ξύλου.
Το χαλί ξέβαφε καθώς ο ήλιος έδυε, ρόζιζε η θάλασσα. Τώρα έτρεχε ο νους του να τον προλάβει πριν κρυφτεί στο βουνό, πριν πάει αλλού σε άλλη χώρα μακρινή. Να του πει: «Στάσου! Αυτή δεν είναι δική σου».
Ήθελε να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, να ξημερώσει ξανά εδώ. Γύρευε να τη θαυμάσει πάλι, να ξεφλουδίζει το σύκο της, αέρινη, αλμυρή, νωπή, όπως πριν από λίγο. Αύριο έφευγε. Δεν τη χόρτασε.
Αφήστε απάντηση στον/στην Ηλίας Λάτσης Ακύρωση απάντησης