Ένας τόπος, τόσος δα. Μια σταλιά. Χώρα, σπίτι, πατρίδα. Προορισμός και ρίζα. Μέσα του, ψυχές μεγάλες· τόσες: να!
Μια άγρια αμυγδαλιά πάνω από το κεφάλι μου και μια ελιά πιο δίπλα. Θα φάω, θα πιω, θα ζεσταθώ. Και σκιά το καλοκαίρι. Να’ τη κι η θάλασσα! Να την ατενίζω, να μ’ αγκαλιάζει πότε πότε ‒πάντοτε. Άλλο κάτι δε μου λείπει. Αγέλη μου τα ζώα. Μουσική μου τα πουλιά. Ο ήλιος το χαλί· το μαγικό μου. Από εκεί να ξεκινώ κι εκεί να ξαναγυρνώ. Μονάχη μου ή και όχι.
Μα όταν πέφτει αυτός ο ήλιος κι έρχονται τα σκοτάδια, τότε πρέπει να μπορώ να μένω πιο γενναία. Να κοιμίζω τα πουλιά, τα δέντρα και τους σκύλους και να ρίχνομαι βαθιά μέσα στη νύχτα· αμπαρωμένη μέσα κι έξω.
Το σκοτάδι: αυτό το ξένο, μακρινό κι άπιαστο! Βλέπω ένα μαύρο φως κι αυτό ειν’ όλο. Δεν το ξέρω. Δεν το μπορώ. Και πέφτω, κουτουλώ πάνω του σαν υπνοβάτης. Από άλλη διάσταση φερμένη. Ονειρική, πιο αγνή. Κι εκείνο αδυσώπητα με κόβει στα δυο, τα τέσσερα, τα χίλια τα κομμάτια.
Κι αφήνομαι στο χάραμα να επουλωθώ.
(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )
::Καλό καλοκαίρι!!! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη::
Αφήστε απάντηση στον/στην Χριστίνα Στεφανίδου Ακύρωση απάντησης