Κανείς δεν φορούσε τα σωστά παπούτσια. Η Ευρυδίκη φορούσε τις άσπρες ελβιέλες της όταν τη δάγκωσε το φίδι. Είχε πεταχτεί να μαζέψει μούρα στο δάσος, και πού να φανταστεί πως θα χρειαστεί να περπατήσει στα κακοτράχαλα και λασπωμένα μονοπάτια του Άδη… Ο Ορφέας και ο Ερμής όμως, θα μπορούσαν να είχαν προετοιμαστεί καλύτερα. Ήξεραν γι’ αυτό το ταξίδι και έπρεπε να φροντίσουν, να πάρουν κι ένα δεύτερο ζευγάρι, εκτός από τα αθλητικά που φορούσαν.
Περπατούσαν εφ’ ενός ζυγού. Μπροστά ο Ορφέας και πίσω η Ευρυδίκη με τον Ερμή. Αυτός ήταν ο όρος άλλωστε του Πλούτωνα για να μπορέσουν να φύγουν όλοι μαζί από εκεί κάτω. Ο οδηγός κρατούσε παραμάσχαλα και τη λύρα του. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Περπατούσε σκυφτός, για να προλαβαίνει τις κοτρώνες που ήταν έτοιμες να στραμπουλίξουν τους αστραγάλους του. Έπρεπε να χαράζει το μονοπάτι και για την ευάλωτη αγαπημένη του, που τόσα είχε περάσει, και τώρα φορούσε ελβιέλες. Από μέσα του σκεφτόταν πόσο συμφέρουσα συμφωνία έκανε με τον Πλούτωνα: «Σχεδόν τον έριξα. Σιγά τη μεγάλη δοκιμασία, να μη δω την Ευρυδικούλα μου μέχρι την εξωτερική πύλη. Άσε που κι ο Ερμής την προσέχει και δεν έχω να φοβάμαι τίποτα…».
Το λιγοστό φως που ερχόταν από τη βίλα του Άδη, σε μια στροφή της σπηλιάς, χάθηκε κι αυτό. Από κεκτημένη ταχύτητα, κόντεψε να γυρίσει όλο το κεφάλι να δει την αγαπημένη του, αλλά ευτυχώς το συνειδητοποίησε τελευταία στιγμή και έγειρε με χάρη στο πλάι, δήθεν πως χαζεύει τους όμορφους σταλαχτίτες. «Είστε καλά εκεί πίσω; Μήπως βιάζομαι;». Δεν πήρε άμεσα απάντηση και του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Μετρούσε από μέσα του τα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ακούσει κάποια φωνή και ‘’βρόμικες’’ εικόνες περνούσαν από το μυαλό του. Η πιο δυνατή και φαρμακερή ήταν αυτή με τα χείλη του Ερμή κολλημένα στης Ευρυδίκης! Ένιωσε σαν να τον περιέλουσαν με καυτό πετρέλαιο. «Όλα καλά εκεί πίσω;… Ευρυδίκη μου;», ξαναφώναξε για να σιγουρευτεί πως τα χείλη τους είναι ελεύθερα.
«Ορφέα μου, μάτια μου, καλά είμαστε. Προχώρει εσύ μπροστά και ερχόμαστε κι εμείς από πίσω σου. Μόνο μη γυρίσεις να κοιτάξεις!», άκουσε έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα, κι αφού είχε πάει η ψυχή του στην Κούλουρη. Θα ορκιζόταν πως άκουσε και κάποια γελάκια, αλλά προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες και να συνετίσει το μυαλό του… «Είναι και κοτζάμ παλικάρι ο Ερμής… Βρε, λες να ρίχνεται στην Ευρυδίκη μου κι εγώ να κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου;», σκεφτόταν και γούρλωνε τα μάτια του στο μαύρο κενό.
Επιβιβάστηκε πρώτος εκείνος στη βάρκα. Έκατσε στην πλώρη με το βλέμμα κολλημένο στην απέναντι όχθη. Ανυπομονούσε να φτάσουν στην πύλη και να τελειώσει το μαρτύριό του. Αφού επιβιβάστηκε και ο Ερμής, ξεκίνησε ο βαρκάρης το κουπί. Το ζεύγος –το επίσημο– αμίλητο. Ο μεν Ορφέας είχε βουτήξει στις ακόλαστες σκέψεις του για το φανταστικό ειδύλλιο που εκτυλισσόταν ερήμην του· η δε Ευρυδίκη, για να μην τραβήξει την προσοχή του αγαπημένου της και γυρίσει κατά λάθος να την αντικρίσει. Ο μορφονιός, είχε πιάσει κουβέντα με τον βαρκάρη για το αν οι αλανιάρες τσιπούρες είναι καλύτερες του ιχθυοτροφείου.
Αποβιβάστηκαν. Μετά την προβλήτα, το μαρτύριό του θα τελείωνε. Δεν έπρεπε μόνο να συγκρατεί τον εαυτό του να μη γυρίσει το βλέμμα προς την αγάπη της ζωής του. Έπρεπε να πολεμά και τη ζήλια που τον κατέτρωγε. «Ύστερα από αυτήν τη στροφή θα δούμε την πύλη. Φτάσαμε!», είπε. Δεν πήρε όμως και πάλι καμιά απάντηση… Λύγισε.
Την ώρα που γύριζε το κεφάλι του, σκεφτόταν πως ίσως δεν θα τον τσακώσει ο Πλούτωνας, γιατί προπορευόταν στη στροφή, και μάλλον δε θα την αντίκριζε. Δυστυχώς, είχε άδικο. Ήταν εκεί. Κοκέτα όπως πάντα. Με το χρυσό καλοκαιρινό μποέμ φόρεμά της. Είδε τα υγρά μάτια της για τελευταία φορά. Όπως αχνίζει η άσφαλτος τον Αύγουστο, έτσι κι η Ευρυδίκη εξαϋλωνόταν σταδιακά και βασανιστικά από μπροστά του. Η πίκρα του, απερίγραπτη. Κουλουριάστηκε κατάχαμα και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος.
Ο Ερμής, εν τω μεταξύ ήταν λίγο πιο πίσω και δεν είχε πάρει είδηση τι συνέβη. Μόλις είδε τον φίλο του ημιλιπόθυμο από το κλάμα, κατάλαβε. Τον σήκωσε με τα χίλια ζόρια, του τίναξε τις λάσπες από το παντελόνι και τον πήρε υπό μάλης να τον βγάλει μέχρι την πύλη.
Βγαίνοντας στο φως του ήλιου, ο Ορφέας έδωσε μια δυνατή μπουνιά στον Ερμή και τον έριξε κάτω. Έφυγε σκυφτός χωρίς να του πει τίποτα. Έκτοτε, χάθηκε στο δάσος. Ο Ερμής δε, ακόμα αναρωτιέται γιατί τις έφαγε.
Φήμες λένε πως ο Ορφέας δεν ενέδωσε σε καμιά Νύμφη, καμιά Μούσα και καμιά Μαινάδα, για να εκδικηθεί όλες τις γυναίκες. Παρ’ όλες τις προτάσεις που είχε στα μυστήρια και μυστικιστικά πάρτι που μεθούσε κάθε βράδυ. Οι Μαινάδες, ως γνωστόν όμως, δεν ανέχονται την απόρριψη: τον κατασπάραξαν ένα ζεστό δειλινό του Δεκέμβρη. Τα κόκκαλα και τη λύρα του, τα πέταξαν στις εκβολές του Έβρου. Μόνο η λύρα ξεβράστηκε στη Λήμνο, και εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Μουσείο του νησιού.
Σχολιάστε