Τα σχολεία κι οι φυλακές, απέναντι στη θάλασσα χτισμένα. Και τα δυο τα βάζουν με τις φουρτούνες, χαροπαλεύουν.
Τα μυαλά στα σχολεία σκοτεινά, κλειστά κι ανήλιαγα. Τα παράθυρα στις φυλακές, σιδερένια και τυφλά.
Η θάλασσα τρέμει τη ματιά και των δυο. Μόνο η μυρωδιά της εισχωρεί. Τρυπώνει και κάθεται σαν πάχνη. Ερεθίζει τις αναπνοές.
Τα ίδια τα σχολεία γίνονται φυλακές, κι οι φυλακές σχολεία. Άνθρωπος μπαίνεις και στα δυο. Από κανένα δε βγαίνεις ίδιος.
Μιαν αγάπη να’ χεις, βγαίνοντας με απολυτήριο την έχασες. Και στα δεκαοχτώ και στα τριάντα οκτώ και στα πενήντα οκτώ. Στην κλέβει το σχολείο, στην αρπάζει. Την καταθέτεις στο φυλάκιο, την κατέχει.
Μπαίνεις μόνος, βγαίνεις μοναχός. Στριμώχνεις το μυαλό σου στο πρώτο θρανίο να πάρεις μεγαλύτερους βαθμούς. Στριμώχνεσαι με το δίσκο στους πρώτους να πάρεις μεγαλύτερη μερίδα.
Περνούν οι μέρες, οι μήνες, οι χρόνοι, οι αιώνες, οι στιγμές και οι ζωές: ανελεύθερες. Ανήμπορες, αδιάφορες. Ζωές παράλληλες, βαλτωμένες.
Αφήστε απάντηση στον/στην Βασιλης Μαστροκωστας Ακύρωση απάντησης