Ο κυρ Πίπης έκανε ένα διάλειμμα στην πυλωτή για τσιγάρο και σκέφτηκε για πρώτη φορά το εξής: στα τριάντα δύο χρόνια δουλειάς είχε μετακομίσει περισσότερους χωρισμούς παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν τους επέλεγε. Μάλλον οι χωρισμοί τον διάλεγαν. Τα φορτηγά του είχαν δει πολλά σπίτια να κόβονται στη μέση. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μέρος έπαιρνε· «Κι οι δυο τα δίκια και τ’ άδικά τους έχουν», σκεπτόταν, και έληγε εκεί το θέμα για εκείνον.
Αρκετές ήταν οι φορές που τον χρειάστηκαν για να στείλουν πίσω και τις μνήμες. Τις στιγμές που χαράκτηκαν πάνω σε τραπεζάκια, φωτιστικά, βιβλία, κατσαρόλες… Τα αφημένα, τα παρατημένα· επίτηδες ή και κατά λάθος. Όλα εκείνα που ξέχασε να πάρει φεύγοντας βιαστικά και λυπημένα ο ένας ή ο άλλος από την κοινή ζωή τους.
Ό,τι κι αν ήταν πάντως, χωρισμός ή αλλαγή σπιτιού, ο κυρ Πίπης έκλεινε την αυλαία. Εκείνος έβλεπε την αμίλητη στεναχώρια στον καθένα. Λιγοστές οι χαρές που είχε δει, λίγα τα χαμόγελα. Ακόμη και στα νέα σπίτια, η χαρά είχε φαγωθεί από νοσταλγία και κούραση. Κι η κούραση φορούσε τα γάντια της γκρίνιας, της αβεβαιότητας, του καινούριου.
Μα ο ξεριζωμός του χωρισμού, πάντοτε βίαιος. Ένα κομμάτι έμενε πίσω. Αυτό δε μεταφερόταν με τίποτε, ασήκωτο. Σιωπηλός, σχεδόν ανύπαρκτος, μπαινόβγαινε από δωμάτιο σε μπαλκόνι κι από ασανσέρ στο φορτηγό για τόσα χρόνια αγόγγυστα. Μόνο τα έπιπλα πρόσεχε, στοργικά. Σαν να ήταν αυτά τα ζωντανά. Τα μόνα που δεν έφταιξαν.
Πέταξε το τσιγάρο, έδιωξε τη σκέψη κι έβαλε ένα χέρι να φορτωθεί ο καναπές.
Σχολιάστε