Σήμερα είναι η μέρα που πέθανα. (Και κάθε μέρα που δεν τη ζούσα, μια τέτοια ήταν, εδώ που τα λέμε…). Σήμερα έχω πολύ αγαπημένους κοντά μου, από πάνω μου. Τη γυναίκα και τα δύο κορίτσια μου, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου. Είμαι ευτυχής! Όχι περισσότερο απ’ όσο θα ήμουν αν τους άγγιζα, αν μπορούσα να τους καθησυχάσω, αν τους συμπαραστεκόμουν στον πόνο τους… Αυτό, δε θα μου το συγχωρήσω. Μία γιατί τους το προξένησα και μία επειδή δεν είμαι εκεί να κλάψουν στην αγκαλιά μου.
Τα δάκρυα χύνονται στο πέτο μου και το χέρι μου παράλυτο: στο στομάχι μου δεμένο μαζί με τ’ άλλο. Αχ, και να μπορούσα να πάρω τη θλίψη τους μαζί μου. Να την έριχναν στο φέρετρο μαζί με τα λουλούδια. Να τους έκλεινα το μάτι με νόημα. Όπως τότε που έπεφτε η Στεφανία απ’ το ποδήλατο, έγδερνε τα γόνατά της, κι απελπιζόταν. Όπως τότε που η Μαριώ απέτυχε να μπει με την πρώτη στο Πανεπιστήμιο. Ή τότε, πιο παλιά ακόμη, που στα κλεφτά βρισκόμουν με τη γυναίκα μου, στο δρομάκι έξω από το πατρικό της ‒πριν τη ζητήσω.
Σήμερα είναι η μέρα που πέθανα εγώ, για να γεννηθεί η θύμησή μου· οι αναμνήσεις τους μαζί μου. Εδώ κάτω στο χώμα είναι δροσερά: μια τέτοια μέρα του Αυγούστου. Όσο πιο βαθιά θα χώνομαι, τόσο λιγότερο θα τους λείπω.
Βάρδα, να σκάψω και με τα δόντια ακόμη, να μπω εκεί βαθιά. Να με ξεχάσουν.
Αφήστε απάντηση στον/στην Χριστίνα Στεφανίδου Ακύρωση απάντησης