Είχε ζήσει σε σπίτια φίλων. Άλλοτε, σε βίλες. Με ενοίκιο και στα δυο.
Στα πρώτα με μηδενικό. Στις δεύτερες με τσουχτερό.
Τα έβρισκε, τα δούλευε, τα κέρδιζε. Τα σπαταλούσε. Τα χάριζε, τα έψαχνε, τα δάνειζε.
Μισή ζωή σκεφτόταν πώς θα τα βγάλει και την άλλη μισή πού θα τα βάλει.
Τα χρήματα γι’ αυτόν, ήταν πάντα μια εκκρεμότητα.
Δούλεψε σερβιτόρος, για να τα μεταφέρει.
Εργάστηκε σαν διαφημιστής, για να τα εξορύσσει.
Απασχολήθηκε ως διερμηνέας, για να τα υπαινίσσεται.
Κάπου άκουσε να τα ονομάζουν ‘μαρούλια’.
Έγινε αγρότης. Φύτεψε μια μαρουλιά.
Την ποτίζει από τότε με το σάλιο του.
Είναι ελεύθερος.
Σχολιάστε