Ένας ασπρομάλλης, βαθιά ηλικιωμένος κύριος, μεσαίου αναστήματος, τροφαντός, με θαμπά καταγάλανα γουρλωμένα μάτια στέκεται μπροστά στη μαναβική του σούπερ μάρκετ κρατώντας μία μελιτζάνα. Κοιτάζει αναποφάσιστος και σχεδόν ικετευτικά γύρω του. Μια κοπέλα γύρω στα τριάντα πέντε τον προσπερνά διαλέγοντας καρότα από το διπλανό καφάσι. Την επιλέγει: «Αυτές κάνουν για ραγού;». Η κοπέλα σαστίζει με την αμεσότητα της ερώτησης, την εικόνα του κυρίου, όπως και με την συγκεκριμένη συνταγή για ‘ραγού’. Στο ‘ραγού’ που εκείνη μαγειρεύει, δε βάζει μελιτζάνες.
Περνούν κάποια αμήχανα και σιωπηλά δευτερόλεπτα που κοιτάζονται στα μάτια. Αυτά τα δευτερόλεπτα δείχνουν να δίνουν χρόνο και στους δυο να αξιολογήσουν την κατάσταση. Η κοπέλα θα σκέφτεται πως: Ο γεράκος θέλει βοήθεια, αλλά το ραγού έχει κολοκύθια, τι να του πω τώρα; Πώς το μαγειρεύει; Θα μπούμε σε λεπτομέρειες και πρέπει να γυρίσω σπίτι να σιδερώσω, …τον καημένο, είναι μόνος και δεν ξέρει…’ Εν τω μεταξύ ο ασπρομάλλης κύριος με το έντονο, σκανδαλιάρικο βλέμμα μάλλον σκεφτόταν: Πώς να τη λένε άραγε; Λες να μη μαγειρεύει; Μα, ψωνίζει λαχανικά, όλο και κάτι θα φτιάχνουν… κι αν δεν ξέρει το ραγού δεν πειράζει, έτσι την ρώτησα για ν’ ανοίξω κουβέντα μαζί της. Θα της πω το όνειρο που είδα!
Τα δευτερόλεπτα πέρασαν αστραπή, αλλά και όχι. Ο κύριος αγκυροβολημένος στη θέση του ξεκινά έναν μονόλογο μονορούφι: «Είδα στον ύπνο μου πως θα κερδίσω στο λαχείο δέκα εκατομμύρια ευρώ! Εδώ θα είσαι να σου δώσω τα πέντε; Που θα σε βρω; Να τα μοιραστούμε! Αλλά πού θα τα ξοδέψεις; Θα πας Αγγλία, στο Λονδίνο, εκεί με τη συννεφιά; Σε αυτούς ή στους Γερμανούς θα τα δώσεις;». Ενώ εκείνος μιλούσε, η κοπέλα χαμογελούσε στην αρχή αμήχανα κι ύστερα περισσότερο συγκαταβατικά όσο άκουγε με περιέργεια το χείμαρρο του μακάριου γεράκου. Ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικός από τον μέσο όρο ηλικιωμένων που συναντάς στο σούπερ μάρκετ νωρίς το πρωί τις καθημερινές . Πολύ αισιόδοξος, εγκάρδιος, σαν να ζούσε την τελευταία ημέρα του.
Η κοπέλα, ίσα που πρόλαβε να τον διαβεβαιώσει κατηγορηματικά και περιεκτικά πως δεν θα χαλάσει τα κέρδη στην Αγγλία ούτε και στη Γερμανία, αλλά εδώ στο συγκεκριμένο αυτόν τόπο. Εκείνος επέμεινε να μάθει αν θα την βρει πάλι στο ίδιο μέρος για να της δώσει το μερίδιό της. Φαινόταν βιαστική αλλά διασκέδαζε, σχεδόν λυπόταν που δεν είχε άλλο χρόνο. Ήταν κι αυτά τα ξεθωριασμένα γαλανά παιχνιδιάρικα μάτια του… Κι έτσι του απάντησε «Φυσικά, εδώ θα είμαι, κερδίστε εσείς και θα έρθω να σας βρω εγώ, μην ανησυχείτε. Α, όσο για το ραγού, μπορείτε να πάρετε κι αυτές τις τσακώνικες… Γίνεται κι έτσι, μάλλον, το ‘ραγού’», και αυτό το τελευταίο το ψιθύρισε προσθέτοντας γρήγορα «Σας ευχαριστώ πολύ και χάρηκα περισσότερο. Μακάρι να είχα χρόνο, αλλά πρέπει να φύγω», και ξεκίνησε ν’ απομακρύνεται. «Θα πας να τα χαλάσεις στην Αγγλία ή τη Γερμανία, ε;;», φώναξε πίσω της ο ηλικιωμένος.
Η κοπέλα, μου ζήτησε να της ζυγίσω τα καρότα, του χαμογέλασε τρυφερά, τον ευχαρίστησε μια ακόμη φορά και έδωσαν ραντεβού εδώ, στο ίδιο σημείο, για να μοιραστούν και να σπαταλήσουν τα κέρδη του ονείρου.
Σχολιάστε