Ο Σωτηράκης από μικρός βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές. Με κρύο ή ζέστη, στην Ήπειρο τα ξινά ευδοκιμούσαν. Δίπλα στους παππούδες μάθαινε τη γη. Κλειστό παιδί και ήσυχο. Δεν τραβούσε στα γράμματα και τον έστειλαν σ’ έναν θείο να μάθει την τέχνη του ελαιοχρωματιστή.
Του άρεσε ν’ ασπρίζει, να μεταμορφώνει τους τοίχους, να τους βλέπει να παίρνουν ζωή. Του άρεσαν και τα χρώματα, πολύ. Έγινε καλός. Μεγαλώνοντας δούλευε μόνος. Πήρε και μια γυναίκα από το χωριό. Όμορφη και παχουλή. Χόρεψαν Καζαντζίδη στους αρραβώνες· που τον άκουγε και στη δουλειά και τον ταξίδευε.
Έκαναν μια κόρη. Όμορφη και όχι παχουλή. Μετακόμισαν στην Αθήνα γιατί οι δουλειές στην Ήπειρο λιγόστευαν. Έπρεπε να πάει και το κορίτσι σε μια σχολή… Να μάθει μια τέχνη. Όταν πια έπιασε δουλειά στο κομμωτήριο και τακτοποιήθηκε κι εκείνη, ησύχασε ο Σωτηράκης.
Αγόρασαν με τον καιρό κι ένα εξοχικό κοντά στην Αθήνα. Να πηγαίνουν να πατούν χώμα. Να παλεύει με καμιά δουλειά και ο Σωτηράκης, να ξεχνιέται από τις υποχρεώσεις και τη λησμονιά του χωριού. Όσο περισσότερο αρρώσταινε η γυναίκα του, τόσο πιο συχνά πήγαινε στο εξοχικό. Μόνος. Καθόταν δυο μέρες και μετά έφευγε. Ολιγομίλητος και αφηρημένος. Φιλικός με τους γείτονες. Όταν του μιλούσαν, απαντούσε. Αγαθός, άκακος.
Πάντρεψε την κόρη του, έγινε παππούς, έθαψε τη γυναίκα του. Πέρασαν τα χρόνια. Πάτησε τα εβδομήντα ο Σωτηράκης. Τώρα πήγαινε συχνότερα στο εξοχικό. Άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα που κοιτούσαν στον δρόμο, φορούσε το μαύρο δαντελωτό νεγκλιζέ και το κατακόκκινο κραγιόν του και απολάμβανε χαμογελαστός τον εαυτό του στον καθρέπτη. Από την κουζίνα ακουγόταν Καζαντζίδης.
Σχολιάστε